«Η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 και με τη χρήση βίας διέσπασε την κυρίαρχη και ανεξάρτητη χώρα και έκτοτε έχει καταλάβει το βόρειο μισθωτής με συνεχή στρατιωτική παρουσία », επισημαίνει σε τελευταία του ανάρτηση στα social media ο Τούρκος πολιτικός επιστήμονας Μεχμέτ Εφέ Τσαμάν, που ζει αυτοεξόριστος στον Καναδά.

Ειδικότερα, ο Τσαμάν ζητάει από ΝΑΤΟ και τη διεθνή κοινότητα να εφαρμόσουν «τα ίδια κριτήρια στην Τουρκία με αυτά που εφαρμόζεται για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία», κάνοντας αναφορά και στην πολιτική αφομοίωσης και δίωξης των κουρδικών πληθυσμών.


«Η Τουρκία είναι ένα μέλος του ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ πρέπει να το αντιμετωπίσει αυτό και να εξαναγκάσει την Άγκυρα να τερματίσει την παράνομη κατοχή της. Το NATO πρέπει επίσης να ασκήσει πίεση προς την Τουρκία για να σταματήσει τις πολιτικές αφομοίωσης προς τους Kούρδους, οι οποίες βασίζονται στην υπεράνω τουρκική ταυτότητα. Η Τουρκία πρέπει να σεβαστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και να επιστρέψει στο κράτος δικαίου και στην συνταγματική φιλελεύθερη Δημοκρατία. Εφαρμόστε λοιπόν τα ίδια κριτήρια στην Τουρκία με αυτά που εφαρμόζετε για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Ρωσία είναι ένα κράτος επιθετικό που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο.

Η Τουρκία κάνει το ίδιο από το 1974. Η Τουρκία επίσης ένα κράτος επιτιθέμενο που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο», σχολιάζει ο Τούρκος καθηγητής.

«Βασικά Κύπρος = Ουκρανία όσον αφορά τι τους έχει συμβεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Και τα δύο κράτη δέχτηκαν εισβολή από άλλο κράτος. Και οι δύο εισβολές αποτελούν ξεκάθαρες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Και οι δύο οι εισβολείς χρησιμοποίησαν τους εθνικά αδερφούς τους ως δικαιολογία και δικαίωση για τη δική τους επιθετικότητα», τονίζει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τσαμάν είναι καθηγητής του πανεπιστημίου της Νέας Γης (Newfoundland) του Καναδά και πριν εγκαταλείψει κυνηγημένος τη χώρα του, δίδασκε στις ακαδημίες πολέμου του τουρκικού υπουργείου Άμυνας. Είναι από τους ανθρώπους που εκφράζουν δημόσια και με θάρρος την άποψή τους και γι’ αυτό αποτελεί «κόκκινο» πανί για τους εθνικιστές και ισλαμιστές του Ερντογάν, αλλά και την κεμαλική αντιπολίτευση.